Η διαμελισμένη το 1913 Μακεδονία, όπως την θέλουν οι βουλγαρικής καταγωγής σλαβομακεδόνες στο βιβλίο Ιστορίας της 5ης Δημοτικού, σελ. 131 (Σκόπια 2005). Με το έντονο κοκκινωπό χρώμα η τωρινή FYROM και με το ροζ χρώμα οι ''κατακτημένες'' περιοχές της Μεγάλης Μακεδονίας στην Ελλάδα (η Μακεδονία του Αιγαίου) στην Βουλγαρία (η Μακεδονία του Πιρίν) και ένα ελάχιστο κομμάτι στην τωρινή Αλβανία.Η σημερινή ανακοίνωση της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, επί της προσφυγής της πΓΔΜ κατά της Ελλάδας για την άρνηση της χώρας μας να εγκρίνει την είσοδο της γείτονος στο ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 2008, φέρνει και πάλι στην επιφάνεια το μακεδονικό ζήτημα στην σύγχρονη εκδοχή του και μου δίνει την αφορμή να αναδημοσιεύσω, εδώ, συνολικά μια αρθρογραφία μου, εκείνης της εποχής στο PETROUPOLIS FORUMS, αλλά και στο "Πολιτικό Καφενείο" του κ. Παναγιώτη Βήχου.
Παρά τους ισχυρισμούς του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993 (είχε πει ως πρωθυπουργός τότε ότι ''μετά από 10 χρόνια κανείς δεν θα θυμάται το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων'') η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πάντα παρούσα και ταλανίζει την πολιτική ζωή του τόπου και την εξωτερική πολιτική της χώρας. H realpolitik του Μητσοτάκη - μια πολιτική (υποτιθέμενου) πραγματισμού, η οποία άγγιζε τα όρια της ωμότητας - αποδείχτηκε ανεδαφική και φυσικά εκτός πάσης πραγματικότητας, αφού οι αρχικές της ορίζουσες υπήρξαν φρούδες και στερούμενες υλικής - πραγματικής βάσεως.
Οι απόψεις του Μητσοτάκη υπήρξαν εξωπραγματικές, επειδή ήσαν προϊόν ενός κοσμοπολιτισμού, που πάντα διακρίνει τον συντηρητικό Κρητικό πολιτικό. Ο πολύπειρος, αλλά πάντοτε υποπίπτων σε μοιραία λάθη Έλληνας statesman, έκανε το ίδιο λάθος που έκανε και ο Καρλ Μαρξ στην εποχή του, δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη του ότι η ιδεολογία δεν είναι ένα απλό κοινωνικό εποικοδόμημα, που επικαθορίζεται από την υλική βάση της κοινωνίας, αλλά αποτελεί μια βασική ορίζουσα και των σύγχρονων κοινωνιών, όπως, άλλωστε, συνέβαινε με τις παλαιότερες. Πολύ περισσότερο, η εθνική ιδεολογία, η οποία έχει να κάνει με τις αρχέγονες αναφορές των ανθρώπων και την συγκρότησή τους, ως κοινωνικών ομάδων, με συνοχή και διαχρονική συνέχεια. Μην ξεχνάμε ότι και η σύγχρονη μητρόπολη του κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι Η. Π. Α., είναι μια χώρα, η οποία συγκροτείται από και είναι μια εθνικιστική κοινωνία (''God Bless America'', με κυρίαρχο το τρίπτυχο της πατρίδας - θρησκείας - οικογένειας).
Έχοντας αυτά υπόψη μας, μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί το πρόβλημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας παραμένει άλυτο και θα παραμείνει έτσι, όποια λύση και αν δοθεί στο θέμα της ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και όποια συμφωνία και αν υπογραφεί.
Ποιός είναι ο εθνικός μύθος αυτών των ανθρώπων; Τι τους καλλιεργεί, ως ιστορία, η νομενκλατούρα, την οποία κληρονόμησαν από την παλαιά τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία;
Με λίγα λόγια, η τιτοϊκής εμπνεύσεως ''μακεδονική'' νομενκλατούρα των Σκοπίων πράττει όσα έπραττε και κατά την εποχή που η χώρα της, ως Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβική ''Σοσιαλιστική'' ''Δημοκρατία'' της Μακεδονίας, ήταν μέλος της ενιαίας ομοσπονδιακής ''σοσιαλιστικής'' Γιουγκοσλαβίας, (''Γιουγκοσλαβία'', για όσους δεν γνωρίζουν, σημαίνει στην σερβοκροατική γλώσσα και σε όλα τα σλαβικά ιδιώματα ''χώρα των νότιων Σλάβων'' και προπολεμικά στην Ελλάδα απεκαλείτο, με την ορθή εξελληνισμένη λέξη ''Νοτιοσλαβία''). Προσπαθεί συστηματικά να αποκόψει τον σλαβομακεδονικό πληθυσμό της FYROM (περί τους 1.300.000 ανθρώπους) από τις βουλγαρικές του ρίζες, προκειμένου να αποφύγει την αφομοίωσή του από την Βουλγαρία, γι' αυτό και προσφεύγει στον ''εκμακεδονισμό'' του. (Δεν το έχει καταφέρει ακόμα. Οι περισσότεροι - αν όχι όλοι - οι σλαβομακεδόνες κάτοικοι της FYROM έχουν και βουλγαρικά διαβατήρια).
Την εποχή της Γιουγκοσλαβίας του Κροάτη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, η καλλιέργεια του σλαβομακεδονικού εθνικισμού και ο εκμακεδονισμός του βουλγαρικής καταγωγής πληθυσμού της νότιας Γιουγκοσλαβίας, που κατοικούσε στα όρια της τωρινής FYROM, ήταν ζωτικής σημασίας για την αυτόχθονη κομμουνιστική νομεκλατούρα της κυβερνώσας Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, διότι, μετά την αποτυχία της ένταξης της Βουλγαρίας στην Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία (το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Γκιόργκυ Δημητρώφ, με την υποστήριξη του Στάλιν, ο οποίος δεν ήθελε την ενδυνάμωση του Τίτο στα Βαλκάνια, αρνήθηκαν την ένταξη στην Γιουγκοσλαβία, διότι έβλεπαν ότι θα γίνονταν μια γιουγκοσλαβική επαρχία και θα απεροφώντο από τους τιτοϊκούς) και μετά από λίγο, με την σύγκρουση Στάλιν - Τίτο το 1949, η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία αισθάνθηκε περικυκλωμένη από την ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, που λίγο αργότερα ιδρύθηκε.
Πρώτο μέλημα των τιτοϊκών ήταν να αποκόψουν τους βουλγαρικής καταγωγής σλαβομακεδόνες από την ''μητέρα - πατρίδα'' και γι' αυτό οι διώξεις των βουλγαριζόντων φιλοσοβιετικών στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία έλαβε συστηματικό χαρακτήρα και γι' αυτό ο μακεδονισμός έλαβε μια νέα ώθηση και μεγαλύτερη συστηματικότητα, αφού δεν είχε πλέον μόνον ανθελληνικό περιεχόμενο, αλλά και αντιβουλγαρικό.
Το μόνο σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται οι τωρινοί νεογιάπηδες νομενκλατουρίστες του VMRO και των άλλων σλαβομακεδονικών κομμάτων, σε σχέση με την παλαιά φρουρά, που προέρχεται από την τιτοϊκή σλαβομακεδονική γραφειοκρατία (Κίρο Γκλιγκόρωφ κλπ) αφορά την σλαβική συνιστώσα του έθνους τους: Ενώ παλαιότερα δίνονταν έμφαση σε αυτήν την συνιστώσα, αφού, άλλωστε, η χώρα τους συμμετείχε, ως νοτιοσλαβική (γιουγκοσλαβική) χώρα, στην Ομοσπονδιακή Νοτιοσλαβία (Γιουγκοσλαβία) και οι κάτοικοί της εθνοτικά χαρακτηρίζονταν και από την σλαβική τους (προσοχή: όχι την βουλγαρική) καταγωγή, από το 2005 και μετά, έπαυσε κάθε αναφορά σε αυτήν, τουλάχιστον στα σχολικά εγχειρίδια, αλλά και ευρύτερα.
1912 : Η υποτιθέμενη ενιαία Μακεδονία, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους. (Εγχειρίδιο Ιστορίας 8ης Δημοτικού. Σκόπια 2005). Παραποίηση αφίσσας, που κυκλοφόρησε εκείνη την μακρινή εποχή, με τους βασιλείς των βαλκανικών κρατών. Η παραποίηση έγκειται στο γεγονός ότι τονίζεται χρωματικά η περιοχή αυτή, για να θεωρήσουν οι μαθητές ότι η χώρα τους και οι, μετέπειτα, ''κατακτημένες'' περιοχές ήταν κάτι το εθνικά και εδαφικά διαφορετικό ήδη από τότε. Φυσικά, ουδείς ομιλούσε, τότε, για ξεχωριστούς ''Μακεδόνες''. Μιλούσαν όλοι (άδιάψευστοι μάρτυρες οι περιηγητές του ''National Geographic'') για Τούρκους, Έλληνες, Βούλγαρους, Βλάχους, Αλβανούς και Εβραίους κάτοικους της Μακεδονίας.
Έτσι λοιπόν, οι επίσημες εθνοτικές καταβολές των κατοίκων της FYROM και της ευρύτερης της ''κατακτημένης'' το 1913 Μακεδονίας ανάγονται, από τους ιστοριογράφους της FYROM, στους αρχαίους Μακεδόνες, με έμφαση στους Μακεδόνες του Φίλιππου Β' και του Αλέξανδρου του Μακεδόνα. Αυτή, λοιπόν, η Μακεδονία, σύμφωνα με τον ''μακεδονικό'' εθνοποιητικό μύθο της ελίτ της FYROM, εμφανίζει μια αδιάσπαστη διαχρονική εδαφική και ιστορική συνέχεια από την αρχαία εποχή του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, μέχρι τον Μεσαίωνα, με την αυτοκρατορία του βασιλιά Σαμουήλ, φθάνοντας, μέσα από την Οθωμανική κατάκτηση, μέχρι την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, στον διαμελισμό της υποτιθέμενης ενιαίας Μακεδονίας, με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου της 30/7/1913 και την επιβεβαίωσή της από τις Συνθήκες των Βερσαλλιών το 1919 και των Παρισίων το 1946. Η σλαβική συνιστώσα του έθνους, που εμφανίστηκε, κατά την μεσαιωνική εποχή (Βυζάντιο), περίπου σε ημιάγρια κατάσταση, θεωρείται από την ''μακεδονική'' ιστοριογραφία, ως αφομοιωθείσα, ή, εν πάση περιπτώσει, ως υπό αφομοίωση από τους ''Μακεδόνες'', αυτούς, δηλαδή, που έχουν την ιστορική τους καταγωγή στους αρχαίους Μακεδόνες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου και οι οποίοι μιλούσαν μια ξεχωριστή γλώσσα, η οποία μπορεί να ήταν συγγενής με την ελληνική, την ιλλυρική και την θρακική, αλλά ήταν σαφώς διαφορετική. Στην τελευταία έκδοση των βιβλίων ιστορίας της FYROM, μάλιστα, έπαυσε να αναφέρεται και το παλαιότερο επιχείρημα, περί του ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν εξελληνιστεί. Το επιχείρημα αυτό το ανέφεραν, παλαιότερα, προκειμένου να δικαιολογήσουν την ανυπαρξία γραπτών κειμένων και λοιπών μνημείων αυτής της ανύπαρκτης ‘‘μακεδονικής’’ γλώσσας, που υποτίθεται ότι μιλούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες του Φιλίππου και του Αλέξανδρου και την ύπαρξη, αντίθετα, ενός πλήθους ελληνικών επιγραφών και κειμένων στις αρχαίες μακεδονικές πόλεις, που περιγράφουν την ζωή των Ελλήνων μακεδόνων. Τέλος, η ''μακεδονική'' ιστοριογραφία δέχεται ότι η τωρινή γλώσσα του ''μακεδονικού'' πληθυσμού, όπως και η γραφή του, είναι σλαβική, αλλά εμφανίζει αυτή την εξέλιξη, ως προϊόν μιας ώσμωσης, μιας συμφωνίας που έγινε, μέσα στον χρόνο, όπου οι σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας, αποδέχτηκαν ως πατρίδα τους την Μακεδονία, ενώ οι αρχαίοι Μακεδόνες - που ήσαν χριστιανοί και πολιτιστικά ανώτεροι των σλάβων - αποδέχτηκαν την γλώσσα τους και αργότερα το κυριλλικό αλφάβητο, ως γραφή τους.